Breaking News
Loading...
Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Ο Μπίγαλης...

Το Καλοκαίρι ήρθε

Μπορεί αυτή η πρόταση να θυμίζει τίτλο «σκέφτομαι και γράφω» Τετάρτης δημοτικού, παραπλήσια με το θεϊκό «Ένα σαββατοκύριακο στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς» , δεν παύει όμως να αποτελεί πραγματικότητα τόσο ημερολογιακή όσο και πρακτική. Διότι το καλοκαίρι δεν το φέρνει κανένας, επιλέγει αυτό πότε θα εμφανιστεί, έχει σαν να λέμε προσωπικότητα και βούληση κατά το καβαφικό «την Αλεξάνδρεια που φεύγει», όπου μ’ αυτήν την απλούστατη προσωποποίηση ο ποιητής τονίζει τον επιτελικό χαρακτήρα της πόλης, τον ανεξάρτητο από την επιρροή των ανθρώπων ρόλο της στην εξέλιξη των πραγμάτων. Ήρθε λοιπόν το καλοκαίρι, οι αρκούδες ξύπνησαν, βγαίνουν αγουροξυπνημένες στο επαρχιακό οδικό δίκτυο και γίνονται κιμάς και στο γραφείο του δημάρχου Θεσσαλονίκης σερβίρονται πικροί ελληνικοί και κονιακάκια αντί για φραπεδάκια μέτρια χωρίς και άμστελ οικοδομής.

Δεν θυμάμαι τι σήμαινε η έλευση του καλοκαιριού στα χρόνια της παιδικής μου υπερκινητικότητας. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος πως συμβάδιζε με το ελληνικό, τουριστικό περί θέρους αίσθημα, που προβάλει καρπούζια ξεκοιλιασμένα μέσα σε ψαρότρατες-εκδρομικά, παγωτά μηχανής να στάζουν πάνω στην καλοκερωμένη κόκκινη βέσπα, χειροκροτήματα από εκστασιασμένους τουρίστες μετά το ηλιοβασίλεμα. Το τελευταίο τώρα που το σκέφτομαι είναι εξίσου διεστραμμένο με την εικόνα μιας ξεμαλλιασμένης μάνας που ξεσπάει σε ξέφρενα χειροκροτήματα ακριβώς τη στιγμή που έχει καταφέρει μετά από επικές μάχες να βάλει τα μωρά της για ύπνο. Δεν μου θυμίζει τίποτα από όλα αυτά καλοκαίρι, με δυσκολία θυμάμαι τι ήταν πραγματικά αυτό που έδωσε στα καλοκαίρια τα σκήπτρα των εποχών και στο δικό μου μυαλό.

Ίσως ο Μπίγαλης. Ναι αυτός ο αστείος κύριος που τώρα έχει γίνει κάτι σαν την Ντόλυ Πάρτον σε έκδοση με λιγότερες πλαστικές επεμβάσεις. Κι όμως αν ακούσω έστω ένα δευτερόλεπτο από μπιγαλοτράγουδο, έρχεται στην επιφάνεια μια εικόνα καλοκαιριού εντελώς μαγική και εξιδανικευμένη. Ματωμένα γόνατα από βόλεϊ στην αμμουδιά,μυρωδιές ψητού καλαμποκιού και οι υπέροχες γυναίκες των αρχών του ’90 με το τζίν κουμπωμένο στο στομάχι αλλά και με έναν ερωτισμό μανίσιο, ανεπιτήδευτο, προκλητικό. Χωρίς λάδια στα πόδια, χωρίς φασαρία, τσιριχτές παρέες, ξεβιδωμένο περπάτημα, χαζοψιθυρίσματα και γελάκια. Με γυαλιά μαύρα, μαλλιά κατράμι και σώμα μαυρισμένο με φυσικές μεθόδους, σε απόλυτη αντίθεση με τα ασπρονήσια και πάνω στο τραπέζι της μόνο καφές και νερό. Ούτε κινητά, ούτε κονσίλερ, ούτε i-pod ροζουλί, εν συντομία χωρίς το περιεχόμενο της τσάντας του σπόρ Μπίλυ αραδιασμένο στο τραπεζάκι και στις γύρω καρέκλες. Μόνο αυτή, τα κακόγουστα ρούχα της και το φόντο. Προσιτή, μυστηριώδης και ευέλικτη, έτοιμη να σε αφήσει να πλησιάσεις προς το μέρος της, να της πεις "πάμε" και να φύγετε χωρίς να περιμένεις ένα μισάωρο γεμάτο μέχρι να μαζέψει τα ψιλικά της.

Και να μη σε νοιάζει ούτε το πού θα πάτε ούτε ο αμείλικτος χρόνος που την έκανε γύρω στα 30 ενώ εσύ είσαι κάπου στα 7, με μπόι που σου απαγορεύει την είσοδο ακόμη και στα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια.


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Media

Copyright © 2012 iperiodiko All Right Reserved
Designed by CBTblogger